Τα αρχαία υφάσματα στην Αττική της κλασικής περιόδου

Οι Έλληνες τεχνίτες της αρχαίας Αθήνας είχαν αποκτήσει υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας στην υφαντουργία, γεγονός που τους επέτρεπε να δημιουργούν μοναδικά υφάσματα με διαφορετικές τεχνικές.

Πυραμιδοειδής αγνύθα από την Πνύκα και λεπτοµέρεια υφάσµατος από το Κορωπί στο στερεοσκόπιο © ARTEX
Tης Στέλλας Σπαντιδάκη
Αρχαιολόγου & Προέδρου του Κέντρου Έρευνας και Συντήρησης Αρχαιολογικού Υφάσματος ‘ARTEX’

Την τελευταία δεκαετία, τα αρχαιολογικά υφάσματα, από έναν «άγνωστο» της ευρωπαϊκής αρχαιολογίας, έχουν µετατραπεί σε έναν από τους κλάδους που πολιορκούν το ενδιαφέρον των μελετητών σε όλη την Ευρώπη. Για πολλά χρόνια η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι το κλίμα στην Ελλάδα δεν ευνοούσε τη διατήρηση των υφασμάτων και γιαυτό και τέτοιου είδους ανασκαφικά ευρήματα ήταν ελάχιστα. Η εικόνα αυτή όμως άλλαξε από τη στιγμή που εντοπίστηκαν αρκετά υφασμάτινα κατάλοιπα στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του Αττικού Μετρό. Σπαράγματα (μικρά κομμάτια), τις περισσότερες φορές πολύ μικρών διαστάσεων, διατηρήθηκαν στην πλειονότητά τους σε ορυκτοποιημένη μορφή. Τα ορυκτοποιηµένα υφάσµατα µπορούν πλέον να µελετηθούν µε µια νέα µέθοδο που αναπτύχθηκε στα Εργαστήρια του Μουσείου του Λούβρου που συνδυάζει το οπτικό µε το ηλεκτρονικό µικροσκόπιο σάρωσης. Μέχρι σήμερα καταγράφονται 26 υφάσματα που προέρχονται από την Αττική και χρονολογούνται στην κλασική εποχή και τα οποία προσφέρουν πληροφορίες για την τεχνογνωσία των ανθρώπων που τα κατασκεύασαν και για την κοινωνία γενικότερα. 

Άλλες πηγές αποτελούν τα κείμενα, οι επιγραφές, η εικονογραφία (αγγειογραφίας και γλυπτικής) καθώς και τα εργαλεία γνεσίµατος και υφαντικής. Την περίοδο εκείνη η κατασκευή των υφασμάτων γινόταν σε οίκους και εργαστήρια. Σε κάθε σπίτι κατασκευάζονταν ενδύματα και υφάσματα οικιακής χρήσεως, από τις γυναίκες του σπιτιού, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για όλα τα στάδια της κατασκευής, από την αρχή ως το τέλος. Παράλληλα, τα υφάσματα αποτελούσαν και σημαντική βιοτεχνική δραστηριότητα, που λάμβανε χώρα σε καθορισμένους χώρους εργαστηριακού τύπου. Εκεί εργάζονταν κυρίως άντρες, ελεύθεροι και δούλοι, αλλά και απελεύθερες γυναίκες που αναφέρονται στις γραπτές πηγές ως ταλασιουργοί. Όσα όμως υφάσματα έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα σε ανασκαφές προέρχονται αποκλειστικά από ταφικό περιβάλλον, συνεπώς δεν είναι αντιπροσωπευτικά όλης της παραγωγής. Τα χαρακτηριστικά τους µαρτυρούν τις προδιαγραφές των ταφικών υφασµάτων της εποχής, οι οποίες ήταν αρκετά συγκεκριμένες και καθορισμένες δια νόµων. Γι’ αυτόν το λόγο παρατηρούμε µεγάλη οµοιοµορφία στα τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως πρώτες ύλες και η τεχνική ύφανσης.

Πυραμιδοειδής αγνύθα από την Πνύκα © Σ. Σπαντιδάκη

Είναι γνωστό πως οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούσαν, ως επί το πλείστον, ήταν το μαλλί, το λινάρι, η κάνναβη, το βαμβάκι και πιθανότατα το άγριο μετάξι, αν και το τελευταίο δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί ανασκαφικώς. Όσον αφορά στα χρώματα των υφασμάτων, οι γραπτές πηγές μιλούν για πληθώρα χρωστικών ουσιών, φυτικών και ζωϊκών, εκ των οποίων η μόνη που έχει ταυτιστεί στα υφάσματα της Αττικής, είναι η πορφύρα. Τέσσερα υφάσµατα (ένα από τα Καλύβια και το Μαρούσι και δύο από τον Κεραµεικό) διατηρούν διαφορετικές χροιές του πορφυρού χρώµατος, της πιο ακριβής χρωστικής ουσίας της αρχαιότητας, παραγόµενης από τρία είδη θαλάσσιων κοχυλιών. Εκτός όµως από το κλασσικό τρόπο βαφής, κατά τον οποίο είτε οι ίνες, είτε οι κλωστές, είτε το έτοιµο ύφασµα εµβαπτίζονταν σε ένα διάλυμα βαφής, σε ένα ύφασµα που βρέθηκε στο Κορωπί ανακαλύφθηκαν ίχνη ζωγραφικών σχεδίων σε µαύρο και κόκκινο χρώμα.

Αρχική παρυφή του υφάσµατος από τα Καλύβια Αττικής. ∆ιακρίνονται οι πρώτες επτά κλωστές του υφαδιού βαµµένες µε πορφύρα © ARTEX
Λεπτοµέρεια υφασμάτων από το Κορωπί στο στερεοσκόπιο. Στην αριστερή εικόνα διακρίνονται ίχνη κόκκινης χρωστικής ουσίας στην επιφάνεια των κλωστών του υφάσματος, ενώ στη δεξιά ίχνη µαύρης χρωστικής ουσίας © ARTEX

Οι Έλληνες γνώριζαν επίσης την τεχνική της εγκαυστικής (ζωγραφική με κερί), σε ύφασμα. Οι βασικές τεχνικές κατασκευής υφασμάτων στην ελληνική αρχαιότητα ήταν το γνέσιμο με αδράχτι, όσον αφορά στην διαμόρφωση της κλωστής και ο όρθιος αργαλειός με βάρη, όσον αφορά στην κατασκευή του υφάσματος. Η µελέτη της εικονογραφίας, μέσω και των ίδιων των υφασµάτων έδειξε ότι κατά την κλασική εποχή πρέπει να υπήρχαν δύο τύποι κάθετου αργαλειού, ο ένας πολύ πλατύς για την κατασκευή υφασµάτων µεγάλου µεγέθους και ο άλλος πιο στενός, ειδικά για την κατασκευή υφασµάτων από πολύ λεπτές κλωστές, µικρότερου µεγέθους. Εκτός όμως από την κλασική αυτή τεχνική, υπήρχαν και άλλες για μικρότερα υφάσματα. Μία ήταν το sprang, είδος πλέξης με χαρακτηριστικό τη μία κατεύθυνση κλωστών, καθώς και η ύφανση με καρτέλες, όπου γινόταν σε ένα συγκεκριμένο τύπο αργαλειού, πολύ μικρών διαστάσεων.

Σε αυτή τη λήκυθο απεικονίζεται ένας κάθετος, πλατύς αργαλειός, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέας Υόρκη

Μια ακόμα τεχνική αφορούσε στην κατασκευή ενός πολύ γνωστού τύπου υφάσματος από την κλασική αγγειογραφία και την γλυπτική, το λεγόμενο «κατσαρό» ύφασμα, γνωστό ως «crepe», το οποίο κατασκευαζόταν με τη χρήση κλωστών με πολύ έντονη στρέψη, που είχαν σπειροειδή όψη και δημιουργούσαν στο τελειωμένο ύφασμα την χαρακτηριστική αυτή εμφάνιση. Η μελέτη όμως των νηματουργικών και υφαντικών εργαλείων από πέντε διαφορετικούς αρχαιολογικούς χώρους της Αττικής, επιβεβαιώνει την προτίμηση των Αθηναίων της κλασικής εποχής σε πολύ λεπτά και διαφανή υφάσματα και αυτό αποδεικνύεται τόσο μέσω της εικονογραφίας, όσο και μέσω των αναφορών στα λεγόμενα «ἀμοργινά» ενδύματα, τα οποία άφηναν να διαφαίνεται το γυναικείο σώμα. Τα υφάσματα πρέπει να ήταν κατασκευασμένα από άριστης ποιότητας λινάρι, προσεκτικά επεξεργασμένο και δουλεμένο με ελαιόλαδο, υλικό που επέτεινε την λαμπρότητα του. Για να κατασκευαστούν όμως κλωστές τέτοιας λεπτότητας, που όμοιές τους έχουν διαπιστωθεί ως τώρα μόνο στα βασιλικά υφάσματα της Αιγύπτου, απαιτούταν ειδική επεξεργασία στην προετοιμασία της ίνας. Στην Αίγυπτο χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή τέτοιων κλωστών μια συγκεκριμένη τεχνική, το splicing, όπου οι ίνες ενώνονταν μεταξύ τους χωρίς τη βοήθεια αδραχτιού.

Λεπτοµέρεια του υφάσµατος 3 από το Κορωπί στο στερεοσκόπιο. Παρατηρούµε την έντονη στρέψη των κλωστών © ARTEX

Σε τάφο του 5ου αιώνα π.Χ. στον Κεραμεικό, βρέθηκε αραχνοΰφαντο λινό ύφασμα, στο οποίο αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά η τεχνική αυτή στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η στρέψη των κλωστών του υφάσματος του Κεραµεικού είναι Ζ, όπως στα περισσότερα ελληνικά υφάσµατα, και όχι S, όπως στα αιγυπτιακά, µας επιτρέπει να πιθανολογήσουµε την κατασκευή του υφάσματος αυτού, αν όχι στον ελληνικό χώρο, τουλάχιστον από Έλληνες τεχνίτες. Κατά την κλασική περίοδο η όψη των υφασµάτων δεν καθοριζόταν τόσο από την διαπλοκή των υφασµάτων, αλλά περισσότερο από τις τεχνικές κοσµητικής των υφασµάτων. Αυτές περιλάμβαναν όλες τις τεχνικές διακόσµησης όπως το κέντηµα, η υφαντοποικιλτική και η διακόσµηση µε συµπληρωµατικό υφάδι. Η υφαντική δραστηριότητα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς τομείς της κλασικής Αθήνας και η µελέτη της οργάνωσης της παραγωγής προσφέρει αµέτρητες πληροφορίες για την ίδια τη δοµή της κοινωνίας αυτής.

Shopping cart
Επιλέξτε έναν από τους τρόπους στήριξης